ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ & ΧΡΕΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

* συντάκτης του παρόντος άρθρου είναι ο Ιωάννης Α. Σαρακηνός, Δικηγόρος Αθηνών, κάτοχος μεταπτυχιακού στο Τραπεζικό Δίκαιο και Δίκαιο Κεφαλαιαγοράς από το London School of Economics & Political Science.

Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 2016

Τελευταία Ενημέρωση: 17 Φεβρουαρίου 2016 

Σύμφωνα με το Ελληνικό Ποινικό Δίκαιο, η ποινική ευθύνη είναι υποκειμενική. Σε γενικές γραμμές, αυτό σημαίνει ότι η θεμελίωση της προϋποθέτει την πλήρωση τόσο της αντικειμενικής υπόστασης (δηλ. τέλεση ή αρχή τέλεσης της παράνομης ενέργειας) όσο και της υποκειμενικής υπόστασης (δηλ. ύπαρξη υπαιτιότητας – δόλου ή αμέλειας) του εκάστοτε αδικήματος. Συνάμα, πρέπει να υφίσταται και ικανότητα προς καταλογισμό (δηλ. πλήρης διανοητική και ψυχική ικανότητα τέλεσης της πράξης).

Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στα οικονομικά αδικήματα της φοροδιαφυγής και της καθυστέρησης καταβολής οφειλών προς το Δημόσιο (εφεξής ‘τα αδικήματα’). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζεται όταν φορείς τέλεσης των εν λόγω αδικημάτων είναι νομικά πρόσωπα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ανακύπτουν θέματα ποινικής ευθύνης των εταίρων, δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν “πράττει”, με την στενή έννοια του Ποινικού Δικαίου, και επομένως δεν μπορεί να ευθύνεται.

Στο άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 «Φοροδιαφυγή – Φορολογία και λοιπές διατάξεις», το οποίο προσφάτως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 «Μέτρα εφαρμογής Μνημονίου 3: Συνταξιοδοτικά/Εγκλήματα Φοροδιαφυγής/Δημοσιονομικά κ.λπ.», ορίζονται οι επιβαλλόμενες ποινές καθώς και οι αυτουργοί των αδικημάτων στις περιπτώσεις που φορείς τέλεσης τους φέρεται να είναι νομικά πρόσωπα.

Σύντομη επισκόπηση των ανωτέρω οδηγεί στα ακόλουθα συμπεράσματα:

  • Η ύπαρξη ή μη προσωπικής ποινικής ευθύνης εταίρου εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από την μορφή του νομικού προσώπου που φέρεται να έχει τελέσει τα αδικήματα. Εν περιλήψει, στις προσωπικές εμπορικές εταιρίες (π.χ. ομόρρυθμη (Ο.Ε.), ετερόρρυθμη (Ε.Ε.) κ.λπ.) υπάρχει απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη του εταίρου (Ν. 4072/2012). Αντιθέτως, στις κεφαλαιουχικές εταιρίες (Α.Ε., Ε.Π.Ε., Ι.Κ.Ε) υπάρχει ευθύνη του εταίρου μέχρι το ύψος της εταιρικής περιουσίας.
  • Οι αυτουργοί ποικίλλουν ανάλογα με την μορφή του νομικού προσώπου. Εν περιλήψει, για τις ανάγκες του Ελληνικού ποινικού δικαίου, αυτουργοί θεωρούνται:

α) Στις Α.Ε., οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες, εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών.

β) Στις Ο.Ε. & Ε.Ε., οι ομόρρυθμοι ή ετερορρυθμοι εταίροι και οι διαχειριστές αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.

γ) Στις Ε.Π.Ε. & Ι.Κ.Ε., οι διαχειριστές αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Όταν δε ελλείπουν ή απουσιάζουν οποιοιδήποτε εκ των προαναφερόμενων προσώπων, αυτουργοί θεωρούνται οι εταίροι αυτών.

Προκύπτει λοιπόν ότι κριτήριο για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης ενός εταίρου νομικού προσώπου αποτελεί η πραγματική ανάμιξη του στη τελεσθείσα φοροδιαφυγή ή καθυστέρηση καταβολής οφειλών προς το Δημόσιο. Πρόθεση του νομοθέτη είναι να συμπεριλάβει, κατά κύριο λόγο, τον de facto διαχειριστή του εκάστοτε νομικού προσώπου, ο οποίος χωρίς να έχει την εκ του καταστατικού εγγράφου ή την εκ του νόμου διαχείριση, παρά ταύτα ασκεί καθήκοντα και πράξεις που αρμόζουν μόνο σε όποιον διαθέτει διαχειριστική εξουσία (άρθρο 8 Ν. 4337/2015).

  • Ο διαχειριστής ευθύνεται αυτοτελώς για χρέη που προέκυψαν κατά το χρονικό διάστημα της πραγματικής ανάμιξης του στη διαχείριση του νομικού προσώπου, ανεξάρτητα από το ποιός ασκούσε την διαχείριση κατά το χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης. Συγκεκριμένα, στη παράγραφο 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 ορίζεται ότι: «… η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή…».

Τέλος, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην διάταξη του άρθρου 71 παρ. 2 Ν. 4174/2014, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015, με την οποία ορίζεται ότι: «Αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς αιτήσεις Προισταμένων Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών ή Ελεγκτικών Κέντρων ή Τελωνείων για χρέη κατώτερα αυτού του ποσού, δεν εισάγονται για συζήτηση. Η αναστολή της παραγραφής των χρεών, κατώτερων του ποσού των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ποινικής δίωξης, λήγει με τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραγραφή συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής αυτής.». Η εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης αποτελεί έργο της δικαιοσύνης. Συνίσταται ωστόσο παρακολούθηση της εκάστοτε υπόθεσης απο εξειδικευμένο δικηγόρο προκειμένου να ελεγχθεί η ορθή εφαρμογή της.

Disclaimer: Το παρόν άρθρο δεν έχει σκοπό να παρέχει νομική συμβουλή καθώς κάθε υπόθεση είναι διαφορετική. Για ειδικότερες συμβουλές και περαιτέρω πληροφορίες για την υπόθεση σας, παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας στο email: info@sarakinoslaw.com ή στο τηλ.: 211 4106546. 

© 2016 Ιωάννης Α. Σαρακηνός. All Rights Reserved.